Term
Είμαι - I am Είσαι Είναι Είμαστε Είσαστε Είναι |
|
Definition
ήμουν, ήμουνα - I was ήσουν, ήσουνα ήταν, ήτανε ήμαστε, ήμασταν ήσαστε, ήσασταν ήταν, ήτανε |
|
|
Term
Έχω - I have έχεις έχει έχουμε έχετε έχουν, έχουνε |
|
Definition
είχα - I had είχες είχε είχαμε είχατε είχαν, είχανε |
|
|
Term
Κάνω - I do κάνεις κάνει κάνουμε κάνετε κάνουν, κάνουνε |
|
Definition
έκανα - I did έκανες έκανε κάναμε κάνατε έκαναν, κάνανε |
|
|
Term
Πάω/Πηγαίνω - I go πάς πάει πάμε πάτε πάνε |
|
Definition
πήγα - I went πήγες πήγε πήγαμε πήγατε πήγαν, πήγανε |
|
|
Term
Περιμένω - I wait περιμένεις περιμένει περιμένουμε περιμένετε περιμένουν, περιμένουνε |
|
Definition
Περίμενα - I waited περίμενες περίμενε περιμέναμε περιμένατε περίμεναν, περιμένανε |
|
|
Term
Λέω - I say λές λέει λέαμε λέατε λέανε |
|
Definition
είπα - I said είπες είπε είπαμε είπατε είπαν, είπανε |
|
|
Term
Βλέπω - I watch, I see βλέπεις βλέπει βλέπουμε βλέπετε βλέπουν, βλέπουνε |
|
Definition
Είδα - I watched, I saw είδες είδε είδαμε είδατε είδαν, είδανε |
|
|
Term
Παίρνω - Ι take παίρνεις παίρνει παίρνουμε παίρνετε παίρνουν, παίρνουνε |
|
Definition
Πήρα - I took πήρες πήρε πήραμε πήρατε πήραν, πήρανε |
|
|
Term
Πίνω - I drink πίνεις πίνει πίνουμε πίνετε πίνουν, πίνουνε |
|
Definition
Ήπια - I drank ήπιες ήπιε ήπιαμε ήπιατε ήπιαν, ήπιανε |
|
|
Term
Τρώω - I eat τρώς τρώει τρώαμε τρώατε τρώαν, τρώανε |
|
Definition
Έφαγα - I ate έφαγες έφαγε φάγαμε φάγατε έφαγαν, φάγανε |
|
|
Term
Φεύγω - I leave φεύγεις φεύγει φεύγουμε φεύγετε φεύγουν, φεύγουνε |
|
Definition
Έφυγα - I left έφυγες έφυγε φύγαμε φύγατε έφυγαν, φύγανε |
|
|
Term
Μένω - I live, I stay μένεις μένει μένουμε μένετε μένουν, μένουνε |
|
Definition
Έμεινα - I lived, I stayed έμεινες έμεινε μείναμε μείνατε έμειναν, μείνανε |
|
|
Term
Φέρνω - I bring φέρνεις φέρνει φέρνουμε φέρνετε φέρνουν, φέρνουνε |
|
Definition
Έφερα - I brought έφερες έφερε φέραμε φέρατε έφεραν, φέρανε |
|
|